αναβράζω


αναβράζω
αναβράζω βλ. πίν. 35 (κυρίως στον ενεστ.)
——————
Σημειώσεις:
αναβράζω : εύχρηστη είναι η λόγια μτχ. αναβράζων στην έκφραση αναβράζοντα δισκία χάπια που διαλύονται σχηματίζοντας φυσαλίδες).

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀναβράζω — boil pres subj act 1st sg ἀναβράζω boil pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αναβράζω — (Α ἀναβράζω) βράζω, κοχλάζω νεοελλ. 1. (για το κρασί) υφίσταμαι ζύμωση 2. (για τη θάλασσα) βγάζω αφρούς, αφρίζω 3. βρίσκομαι σε αναβρασμό ψυχής, είμαι εξοργισμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + βράζω. ΠΑΡ. νεοελλ. ανάβρασμα] …   Dictionary of Greek

  • αναβράζω — ανάβρασα, αναβρασμένος 1. βράζω, κοχλάζω: Το νερό ανάβρασε. 2. παθαίνω ζύμωση: Ο μούστος άρχισε να αναβράζει. 3. θυμώνω: Ανάβραζε από το θυμό του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀναβραζόντων — ἀναβράζω boil pres part act masc/neut gen pl ἀναβράζω boil pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναβράζει — ἀναβράζω boil pres ind mp 2nd sg ἀναβράζω boil pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναβράζοντα — ἀναβράζω boil pres part act neut nom/voc/acc pl ἀναβράζω boil pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναβράζοντι — ἀναβράζω boil pres part act masc/neut dat sg ἀναβράζω boil pres ind act 3rd pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναβράζουσιν — ἀναβράζω boil pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀναβράζω boil pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναβραζομένης — ἀναβράζω boil pres part mp fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναβράζειν — ἀναβράζω boil pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)